σμπαραλιάζω

σμπαραλιάζω
μετ. разбивать вдребезги

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σμπαραλιάζω" в других словарях:

  • σμπαραλιάζω — σμπαραλιάζω, σμπαράλιασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σμπαραλιάζω — Ν 1. μεταβάλλω σε σμπαράλια, σε συντρίμμια, καταθρυμματίζω 2. (κυριολ. και μτφ.) γίνομαι σμπαράλια, διαλύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. sbaragliare (βλ. και σμπαράλια)] …   Dictionary of Greek

  • σμπαραλιάζω — σμπαράλιασα, σμπαραλιάστηκα, σμπαραλιασμένος, κάνω κομμάτια: Του έπεσε το ποτήρι από τα χέρια και σμπαραλιάστηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σμπαράλιασμα — το, Ν [σμπαραλιάζω] το αποτέλεσμα τού σμπαραλιάζω, κομμάτιασμα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»